(gr) Για την υπόθεση του αναρχικού-κομμουνιστή Τάσου Θεοφίλου -- ...ένα χρονικό

a-infos-gr at ainfos.ca a-infos-gr at ainfos.ca
Sun Nov 27 16:02:25 CET 2016


Κείμενο-συμβολή συντρόφων/συντροφισσών για την εκδήλωση αλληλεγγύης στον Τάσο Θεοφίλου που 
πραγματοποιήθηκε στις 18/11 στην ΑΣΟΕΕ ενόψει της έναρξης της δίκης του στο Εφετείο. —- 
Στις 21 Νοεμβρίου έπειτα απο αναβολή εννέα μηνών ξεκινάει το εφετείο μου, τρία χρόνια 
σχεδόν από τη λήξη της δίκης μου σε πρώτο βαθμό, στην οποία μου επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 
25 ετών για τα σχετιζόμενα με την ληστεία στις 10/8/2012 στην Πάρο γεγονότα, για τις 
κατηγορίες της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία και της ληστείας, απαλλάσσοντάς με κατά 
πλειοψηφία από αυτές της συμμετοχής μου στη ΣΠΦ και της ανθρωποκτονίας ως άμεσο αυτουργό. 
---- Εγώ με τη σειρά μου θέλω να τονίσω ότι όπως και στο πρωτόδικο έτσι και στο εφετείο 
δεν θα δηλώσω αθώος και δεν θα παρακαλέσω κανένα δικαστή να με πιστέψει. Δεν είμαι αθώος. 
Στον ταξικό πόλεμο επέλεξα πλευρά με τους αδικημένους και τους καταπιεσμένους, με τους 
αποκλεισμένους και τους κυνηγημένους, με τους ενόχους και τους κολασμένους. Οργανώθηκα 
πολιτικά στον αναρχικό χώρο με το μεγαλεπήβολο πράγματι στόχο να πλήξω τις κοινωνικές, 
πολιτικές και οικονομικές δομές του κεφαλαίου και του κράτους του. Όμως αρνήθηκα, αρνούμαι 
και θα αρνηθώ ξανά τις πράξεις που μου καταλογίζουν. Δεν υπήρξα ποτέ μέλος της ΣΠΦ, δεν 
συμμετείχα στη συγκεκριμένη ληστεία και προπαντός δεν σκότωσα και δεν θα μπορούσα να 
σκοτώσω για οποιονδήποτε λόγο και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες έναν άοπλο πολίτη.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Τάσος Θεοφίλου, Φυλακές Κορυδαλλού
--------------
ΣΥΛΛΗΨΗ

Τον Αύγουστο του 2012 πραγματοποιείται ένοπλη ληστεία στην ALPHABANK στη Νάουσα της Πάρου, 
κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίζεται θανάσιμα 53χρονος οδηγός ταξί που επιχείρησε να 
εμποδίσει τη διαφυγή των ληστών. Με την αμέριστη βοήθεια των μμε την υπόθεση αναλαμβάνει η 
«αντιτρομοκρατική», καθώς αφήνεται να διαρρεύσει ότι ένας από τους ληστές δεν πήρε τα 
χρήματα κάποιου καταθέτη λέγοντάς του πως ληστεύουν μόνο τα λεφτά που ανήκουν στην 
τράπεζα. Επιχείρημα που θα μπορούσε να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι όλες οι ληστείες έχουν 
πραγματοποηθεί από «τρομοκράτες», καθώς σχεδόν ποτέ δεν έχει αναφερθεί στη λεία των ληστών 
να συμπεριλαμβάνονται χρήματα πελατών. Ως εκ θαύματος η εμπλοκή της «αντιτρομοκρατικής» 
στην υπόθεση υπήρξε καταλυτική, καθώς πολύ σύντομα δέχεται «ανώνυμο» τηλεφώνημα, σύμφωνα 
με το οποίο ο ληστής της Πάρου είναι κάποιος Τάσος που έχει σχέση με την «τρομοκρατία» και 
κατοικεί στην τάδε διεύθυνση στη Θεσσαλονίκη. Έχοντας την τύχη με το μέρος της, η 
«αντιτρομοκρατική» δέχεται ύστερα από λίγες μέρες κι άλλο «ανώνυμο» τηλεφώνημα, που αυτή 
τη φορά την ενημερώνει ότι αυτός ο κάποιος Τάσος βρίσκεται στο μετρό του Κεραμεικού. Όπως 
αποδείχτηκε, αυτός που έκανε το δεύτερο «ανώνυμο» τηλεφώνημα διέθετε μαντικές ικανότητες, 
καθώς οι αστυνομικοί εκείνη τη μέρα συνέλαβαν τον Τάσο Θεοφίλου την ώρα που έβγαινε από το 
μετρό του Κεραμεικού, γεγονός που προφανώς και συνηγορεί υπέρ της μεταφυσικής και όχι των 
μεθόδων στοχοποίησης και παρακολούθησης της «αντιτρομοκρατικής».

Η συνέχεια κομμένη και ραμμένη στα γνωστά μέτρα της γνωστής υπηρεσίας. Ο σύντροφος, μόνος 
και αιφνιδιασμένος απέναντι σε κάμποσους αστυνομικούς με πολιτικά, κατηγορείται για 
αντίσταση κατά της αρχής, κατηγορία που δικαιολογεί τη λήψη δαχτυλικών αποτυπωμάτων και 
γενετικού υλικού. Το πόσο προσχηματική ήταν η συγκεκριμένη κατηγορία δεν αποδεικνύεται 
μόνο μέσω της κοινή λογικής, αλλά και με τη βούλα του δικαστηρίου δυόμισι χρόνια αργότερα 
που τον αθώωσε για τη συγκεκριμένη πράξη. Αυτά βέβαια μικρή σημασία έχουν, καθώς η 
«αντιτρομοκρατική» έχει στα χέρια της έναν αναρχικό που σε πολύ λίγη ώρα πρέπει να τον 
παραδώσει στα κοράκια των δελτίων ειδήσεων όχι μόνο ως ύποπτο, αλλά και ως ένοχο. Όπως και 
έγινε. Ισχυριζόμενοι ότι το dna του ταυτίζεται με αυτό που βρέθηκε σε κάποιο καπέλο που 
έπεσε από κάποιον από τους ληστές της Πάρου, οι μπάτσοι τον κατηγορούν για ανθρωποκτονία 
και συμμετοχή στη συγκεκριμένη ληστεία και, κατά τη συνήθειά τους, του φορτώνουν και 
συμμετοχή στην ένοπλη οργάνωση συνωμοσία πυρήνων της φωτιάς. Η δεύτερη κατηγορία βασίστηκε 
στη φιλική συντροφική σχέση του Τάσου Θεοφίλου με τον Κώστα Σάκκα (που τότε βρισκόταν 
φυλακισμένος, κατηγορούμενος για συμμετοχή στην ίδια οργάνωση ενώ ο ίδιος την αρνιόταν), 
σχέση που είχε υποπέσει στην αντίληψη της «αντιτρομοκρατικής» από το 2010, προετοιμάζοντας 
μία ακόμη σύλληψη στο συνηθισμένο πλέον πλαίσιο της ποινικοποίησης προσωπικών και 
συντροφικών σχέσεων.

Το πρώτο δικαστήριο, ίδιας περίπου ποιότητας με το «νόμιμο» που ακολούθησε ενάμιση χρόνο 
μετά τη σύλληψη, το έκαναν οι δημοσιογράφοι σε άμεση ανταπόκριση με την «αντιτρομοκρατική» 
και τους τότε πολιτικούς της προϊστάμενους. Αφού φρόντισαν να παρουσιάσουν τη ληστεία ως 
το απόγειο της βαρβαρότητας και τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού ταξί ως εν ψυχρώ 
εκτέλεση -γεγονότα που διαψεύστηκαν από τους αυτόπτες μάρτυρες τόσο εντός του καταστήματος 
όσο και έξω από αυτό, με τους τελευταίους να δηλώνουν ότι προηγήθηκε πάλη των ληστών με 
τον οδηγό ταξί όταν επιχείρησε να εμποδίσει τη διαφυγή τους- σειρά πήρε ο ένοχος μέχρις 
αποδείξεως του εναντίου κατηγορούμενος. Ο Τάσος διασύρθηκε σε όλα τα δελτία ειδήσεων και 
τις κίτρινες φυλλάδες, ηλεκτρονικές και έντυπες, ως αδίστακτος δολοφόνος και επικίνδυνος 
τρομοκράτης. Στο πρόσωπό του επιχειρήθηκε εκείνες τις μέρες να πάρει σάρκα και οστά η τόσο 
διαφημισμένη σύνδεση ποινικών και «τρομοκρατών», να συσχετιστεί η δράση του αναρχικού 
χώρου με ενέργειες που δεν στρέφονται κατά κρατικών και οικονομικών στόχων, αλλά κατά 
πολιτών (συσχετισμός που έχει ξαναεπιχειρηθεί με τα τραγικά γεγονότα της μαρφίν και την 
άθλια σκευωρία που στήθηκε εις βάρος αναρχικών συντρόφων). Ακόμα και τα διηγήματά του, που 
ο ίδιος τα κυκλοφορούσε στο διαδίκτυο μέσω του μπλογκ paranoiriko, παρουσιάστηκαν ως 
αδιάψευστες αποδείξεις της εγκληματικής του ψυχοσύνθεσης και των εγκληματικών του 
δραστηριοτήτων. Το προφίλ του αναρχικού ληστή δολοφόνου έδινε μιας πρώτης τάξης ευκαιρία 
για τη σπίλωση και την κοινωνική απονομιμοποίηση του αναρχικού χώρου.

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Τον Νοέμβρη του 2013 ξεκινά το δικαστήριο. Το τριμελές εφετείο κακουργημάτων (ειδική 
σύνθεση βάσει του «αντιτρομοκρατικού» νόμου χωρίς ενόρκους) τον καταδικάζει σε 25 χρόνια 
κάθειρξης για συμμετοχή στη ληστεία και απλή συνέργεια στην ανθρωποκτονία, αθωώνοντάς τον 
από την κατηγορία της συμμετοχής στην οργάνωση σπφ και απαλλάσσοντάς τον από την κατηγορία 
της συναυτουργίας στην ανθρωποκτονία.

Πέραν της αδιαπραγμάτευτης θέσης μας ότι η δικαιοσύνη είναι ταξική και ως εκ τούτου 
λειτουργεί ως προστάτης των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων του καθεστώτος και ως 
διώκτης και τιμωρός των καταπιεσμένων και των αγωνιζόμενων, αξίζει να γίνει μια εκτενής 
αναφορά των όσων διαδραματίστηκαν στη συγκεκριμένη δίκη. Και είναι σημαντικό γιατί με 
αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται, τόσο εδώ όσο και σε άλλα δικαστήρια αναρχικών, ότι πολλές 
φορές ο πραγματικός λόγος της δίωξής τους είναι η ίδια τους η πολιτική ταυτότητα. Και η 
ευτέλεια των στοιχείων του συγκεκριμένου δικαστηρίου συνηγορούν σε αυτό το συμπέρασμα κατά 
πολύ...

Από την αρχή της δίκης, η καθιερωμένη πλέον σε πολλά δικαστήρια αναρχικών εντός της 
αίθουσας παρουσία ένοπλων κουκουλοφόρων των ΕΚΑΜ δημιουργούσε το απαραίτητο κλίμα για την 
επικινδυνότητα και την ενοχή του κατηγορουμένου. Και επί της διαδικασίας όμως τα όσα 
εξελίχτηκαν έδειξαν με απροκάλυπτο τρόπο τόσο το στήσιμο της συγκεκριμένης υπόθεσης στα 
γραφεία της «αντιτρομοκρατικής» όσο και την προκατάληψη του δικαστηρίου απέναντι στον Τάσο 
και τον αναρχικό χώρο.

Όσον αφορά την κατηγορία για συμμετοχή στη σπφ, οι μάρτυρες της «αντιτρομοκρατικής» 
ισχυρίστηκαν ότι η σύνδεση του κατηγορούμενου με τη συγκεκριμένη οργάνωση προκύπτει από 
παρακολουθήσεις του 2010, κατά τις οποίες διαπιστώθηκε συνάντησή του με τον Κώστα Σακκά σε 
ένα σουβλατζίδικο στην Καλλιθέα (συνάντηση που ο Τάσος δεν αρνείται, καθώς δεν απέκρυψε 
ποτέ τις φιλικές και συντροφικές σχέσεις που είχε με τον Κώστα Σακκά). Οι μάρτυρες της 
«αντιτρομοκρατικής» ισχυρίστηκαν επιπλέον ότι ο Τάσος εκείνη την περίοδο εθεάθη στο 
Αγρίνιο να παρέχει μέτρα «αντιπαρακολούθησης» στον αναρχικό Γιώργο Καραγιαννίδη (τον 
οποίον, για την ιστορία, γνώρισε αρκετά χρόνια αργότερα ως συγκρατούμενο στις φυλακές 
Κορυδαλλού), ισχυρισμός που κατέρρευσε από τις ίδιες τις μαρτυρίες των αστυνομικών που 
έπεφταν σε διαρκείς αντιφάσεις μεταξύ τους, φτάνοντας να υποστηρίζουν ότι ο κατηγορούμενος 
την ίδια μέρα βρισκόταν στον Πειραιά και ύστερα από πέντε λεπτά στην Καλλιθέα. Η 
αναξιοπιστία των συγκεκριμένων μαρτύρων δεν διαπιστώθηκε μόνο από το κοινό, αλλά και από 
το ίδιο το δικαστήριο που αναγκάστηκε να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες για συμμετοχή 
στη σπφ. Το πραγματικό όμως ρεσιτάλ των μαρτύρων της «αντιτρομοκρατικής» δόθηκε στις 
ερωτήσεις τις σχετικές με το «ανώνυμο» τηλεφώνημα που τους οδήγησε στη σύλληψη. Έφτασαν να 
ισχυριστούν ότι τα τηλεφωνήματα αυτά δεν καταγράφονται και ότι το περιεχόμενό τους 
σημειώνεται σε κάποιο χαρτί που δίνεται στον επικεφαλής και έπειτα καταστρέφεται, 
δικαιολογώντας το παράλογο της μεθόδου με λαογραφικού τύπου ερμηνείες, λέγοντας 
συγκεκριμένα ότι και αυτοί «Έλληνες είναι και υπάρχουν μεταξύ τους προσωπικές αντιζηλίες». 
Η κατασκευασμένη εμπλοκή του συντρόφου στη ληστεία της Πάρου έγινε τόσο εμφανής κατά την 
εξέταση των συγκεκριμένων μαρτύρων που ο ίδιος ο τμηματάρχης της «αντιτρομοκρατικής» 
Χαρδαλιάς, γνωστός και μόνιμος επαγγελματίας ψευδομάρτυρας σε δικαστήρια αναρχικών, 
δήλωσε: «Εγώ δε λέω, μπορεί και να μην ήταν ο άνθρωπος στη ληστεία». Δήλωση που το 
δικαστήριο αξιοποίησε ως όφειλε: δεν την περιέλαβε καν στα πρακτικά.

Σκανδαλώδης επίσης υπήρξε η στάση της έδρας απέναντι στους μάρτυρες υπαλλήλους της 
τράπεζας ALPHABANK. Ενώ φυσικά κανένας από αυτούς, αλλά ούτε και από τους αυτόπτες 
ντόπιους κατοίκους που κλήθηκαν να καταθέσουν, δεν αναγνώρισε στο πρόσωπο του Τάσου 
κάποιον από τους ληστές, εντούτοις κάποιος από τους υπαλλήλους της τράπεζας αφελώς 
παραδέχτηκε ότι βρέθηκαν στη διεύθυνση ασφαλείας της τράπεζας όπου τους παρουσιάστηκε το 
βίντεο της ληστείας ενώ παράνομα τους δόθηκαν προς ανάγνωση οι προηγούμενές τους 
καταθέσεις για να μην πέσουν σε αντιφάσεις. Η αντίδραση του προέδρου στην αποκάλυψη αυτού 
του «επιμορφωτικού σεμιναρίου» υπήρξε κεραυνοβόλος: «Γίνονται αυτά», απεφάνθη και συνέχισε 
την εξέταση των αξιόπιστων κατά τα άλλα μαρτύρων.

Το μεγαλύτερο φιάσκο της συγκεκριμένης δίκης αποδείχτηκε να είναι και το μοναδικό στοιχείο 
που «έδενε» την παρουσία του Τάσου Θεοφίλου στη ληστεία. Πρόκειται για το καουμπόικο 
εκείνο καπέλο που υποτίθεται ότι έπεσε από έναν από τους ληστές και στο οποίο βρέθηκε 
γενετικό υλικό που ταυτίζεται 100% με το δικό του. Πέρα από την ανεξέλεγκτη χρήση του dna 
για να ταυτοποιήσει ενόχους, τη στιγμή που ο ίδιος ο εισηγητής της μεθόδου δηλώνει ότι 
αυτή η μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τον αποκλεισμό υπόπτων και όχι για την 
ταυτοποίησή τους, πέρα από το γεγονός ότι ύστερα από την πολυήμερη απεργία πείνας δεκάδων 
αναρχικών κρατουμένων τον προηγούμενο χρόνο μπήκαν υποτίθεται κάποιοι περιορισμοί στη 
χρήση του (περιορισμοί που το «αριστερό» υπουργείο δικαιοσύνης τσαλαπάτησε με τα 
βασανιστήρια που υπό την αιγίδα του υπέστη ο συντρόφος Ασπιώτης προκειμένου να του πάρουν 
dna, ακυρώνοντας με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο το νόμο που το ίδιο θέσμισε για απαγόρευση 
λήψης γενετικού υλικού με βίαιο τρόπο), αναρωτιέται κανείς πώς γίνεται τα εργαστήρια της 
Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών να έχουν πιστοποιηθεί με ISO μόλις το 2014, τη στιγμή 
που ως τότε εκατοντάδες άνθρωποι -ανάμεσα τους και ο Τάσος- κατηγορήθηκαν και 
καταδικάστηκαν βάσει αποτελεσμάτων εργαστηρίων χωρίς πιστοποίηση. Το σκάνδαλο όμως της 
συγκεκριμένης υπόθεσης δεν σταματάει στην αναξιοπιστία του δείγματος, αλλά επεκτείνεται 
στην ίδια την ύπαρξη του αντικειμένου βάσει του οποίου προέκυψε η ταυτοποίηση. Καταρχάς 
αποδείχτηκε εντός της δικαστικής αίθουσας ότι δεν προκύπτει από πουθενά να έχει πέσει 
κάποιο καπέλο από τους δράστες, καθώς στις φωτογραφίες της σήμανσης είναι φωτογραφημένη η 
παραμικρή λεπτομέρεια της σκηνής και περιλαμβάνει από φωτογραφίες με κάλυκες και βολίδες 
πυροβόλων όπλων μέχρι γυαλιά οράσεως και καπάκια κινητών τηλεφώνων, όμως δεν υπάρχει 
φωτογραφία του περιβόητου καπέλου. Αντ’ αυτού το καπέλο εμφανίζεται κατευθείαν στις 
φωτογραφίες με τα ευρήματα στη ΓΑΔΑ και από τα έγγραφα προκύπτει ότι έχει αποσταλεί από το 
ΑΤ της Πάρου προς τη ΓΑΔΑ σε διαφορετική ημερομηνία και ακολουθώντας διαφορετική διαδρομή 
από τα υπόλοιπα ευρήματα. Επιπλέον στην έκθεσή της η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, η 
οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το dna του ταυτίζεται 100% με αυτό του ευρήματος, 
αναφέρει μεν ότι έγινε η σάρωση του εσωτερικού του καπέλου με βαμβακοφόρο στυλαιό, όμως 
δεν διευκρινίζει τι ιστός σαρώθηκε (ιδρώτας, αίμα, σπέρμα, κύτταρα δέρματος, σάλιο). 
Φτάνουμε λοιπόν στην παράλογη κατάσταση να καταδικάζεται ένας άνθρωπος σε 25 χρόνια 
κάθειρξη, επειδή το dna που βίαια του αποσπάστηκε από την αστυνομία ταυτίζεται με κάποιον 
αδιευκρίνιστο ιστό dna που βρέθηκε σε κάποιο ανύπαρκτο καπέλο.

Η κατάρρευση του μοναδικού αληθοφανούς στοιχείου που «αποδείκνυε» την παρουσία του 
συντρόφου στη ληστεία έθεσε σε εγρήγορση το δικαστήριο, το οποίο έπαιξε το τελευταίο του 
χαρτί στο αίφνης εμφανιζόμενο από τον νομικό σύμβουλο της ALPHABANK dvd της ληστείας. Όπως 
ήταν αναμενόμενο το γεγονός ότι το συγκεκριμένο dvd από τις κάμερες ασφαλείας της τράπεζας 
δεν είχε εισαχθεί στη δικογραφία, προκειμένου να ελεγχθεί και να μελετηθεί απο την 
υπεράσπιση του κατηγορουμένου ώστε να μην παραβιάζονται οι δικονομικοί κανόνες περί 
«δίκαιης δίκης», δεν εμπόδισε τον πρόεδρο να το κάνει δεκτό. Το αντίθετο. Ελλείψει 
πραγματικών στοιχείων, λειτούργησε ως ο υποκειμενικός εκείνος παράγοντας της κολοκυθιάς 
(μοιάζει, δεν μοιάζει) που θα μπορούσε, έτσι στην τύχη, να οδηγήσει στην καταδίκη του 
Τάσου Θεοφίλου. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι το συγκεκριμένο dvd είχε μελετηθεί 
από την πρώτη στιγμή από την «αντιτρομοκρατική» και ο μοναδικός λόγος που δεν υπήρχε στη 
δικογραφία ήταν γιατί απλούστατα δεν μπορούσε να συμβάλει στην ενοχοποίηση του συντρόφου. 
Οι αρνητικές καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των μαρτύρων για το αν αναγνωρίζουν στο πρόσωπό 
του κάποιον από τους δράστες, με πιο χαρακτηριστική ενός πελάτη της τράπεζας που στην όλο 
προσδοκία ερώτηση του προέδρου απάντησε «τόσες μερες τον κοιτάζω και δεν μου θυμίζει 
τίποτα», δεν θα μπορούσαν παρά να καθιστούν το υλικό του dvd παντελώς άχρηστο. Ακόμη και 
οι υπάλληλοι της ALPHABANK, και παρά το «σεμινάριο» που τους είχε προηγηθεί, όχι μόνο δεν 
τον αναγνώρισαν αλλά ούτε καν θεώρησαν ότι μοιάζει με κάποιον από τους ληστές.

Η στάση του προέδρου του δικαστηρίου μπροστά στη διαρκή αποδόμηση του κατηγορητηρίου έκανε 
ακόμα πιο σαφείς τους λόγους που ο Τάσος στοχοποιήθηκε και βρέθηκε κατηγορούμενος σε αυτή 
την υπόθεση. Παρά το γεγονός ότι η εμφανώς περιορισμένη του ευφυία δημιουργούσε εντός της 
αίθουσας καταστάσεις κωμικοτραγικές, η προκατάληψή του απέναντι στον σύντροφο και τον 
αναρχικό χώρο αποτυπώθηκε τόσο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας όσο και στην ετυμηγορία. 
Με την απόφασή του να συμπεριληφθούν στα αναγνωστέα έγγραφα τα διηγήματά του αλλά και τα 
αστυνομικά ρεπορτάζ της κίτρινης φυλλάδας του αρχιρουφιάνου Θέμου Αναστασιάδη (που κοντά 
στα άλλα απενοχοποίησε τους νεοναζί της ΧΑ καθιερώνοντάς τους ως must lifestyle), με τις 
όλο νόημα επισημάνσεις για την απαλλαγή του Τάσου από το στρατό και τις εντός της φυλακής 
εκδόσεις των διηγημάτων του υπό τον «ύποπτο» τίτλο Ασύμμετρη Απειλή, με υπονούμενα για το 
όχι καλοξυρισμένο πρόσωπο του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης ως λίγο-πολύ 
απόπειρα «αλλοίωσης» των χαρακτηριστικών του, ο πρόεδρος έκανε σαφές ότι δεν πρόκειται να 
υποκύψει στα στοιχεία, αλλά ότι θα μείνει πιστός υπηρέτης της «αντιτρομοκρατικής» και των 
προϊσταμένων της. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο κινήθηκε και η εισαγγελέας που όντας εμφανώς 
αδιάφορη για το τι διαδραματίζεται μέσα στην αίθουσα αρκέστηκε με τη σειρά της να 
αναγνώσει το παραπεμπτικό βούλευμα και να προτείνει την ενοχή του κατηγορουμένου. Γενικώς...

ΑΝΤΙΕΦΕΣΗ

Παρά το γεγονός ότι η απόφαση του δικαστηρίου υπήρξε σκανδαλώδης, καθώς καταδίκασε τον 
Τάσο Θεοφίλου σε ποινή κάθειρξης 25 ετών χωρίς κανένα απολύτως στοιχείο, η 
«αντιτρομοκρατική» και οι πολιτικοί της προϊστάμενοι δεν έμειναν ευχαριστημένοι. Το 
αποτέλεσμα αυτής της μη ικανοποίησης ονομάστηκε «έφεση υπέρ του νόμου» και έφερε τη 
σφραγίδα του εντεταλμένου εισαγγελέα Δράκου. Έτσι λοιπόν παρά την αθωωτική απόφαση για 
συμμετοχή στη σπφ και την απαλλαγή από την κατηγορία της συναυτουργίας στην ανθρωποκτονία, 
καθώς από την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψε ότι ο δράστης που το δικαστήριο ταύτιζε 
με τον Τάσο πυροβόλησε τον οδηγό ταξί, αποφάσεις που κατά κάποιον τρόπο μετατόπιζαν την 
πολιτική, και όχι τη δικαστική, ευθύνη της πλήρους αθώωσης στο εφετείο, ο αξιότιμος 
υπαλληλίσκος κύριος Δράκος παρενέβη τάχιστα αποφασίζοντας ουσιαστικά τη μετατροπή του 
εφετείου σε επανάληψη του πρωτόδικου. Με αυτόν τον τρόπο οι αθωωτικές αποφάσεις για 
ορισμένα αδικήματα ακυρώθηκαν, ανοίγοντας ξανά την πιθανότητα για τον σύντροφο όχι μόνο να 
μην απαλλαχθεί από όλες τις κατηγορίες αλλά η τελική ποινή να είναι μεγαλύτερη της ισόβιας 
κάθειρξης.

ΕΦΕΤΕΙΟ

Με το να μιλάμε απλώς για την εκδικητικότητα που χαρακτηρίζει πολλά από τα πρόσωπα που 
στελεχώνουν τους διωκτικούς μηχανισμούς, περισσότερο δηλώνουμε την πολιτική μας αμηχανία 
μπροστά στη σύγχρονη στρατηγική θωράκισης του κράτους και περιφρούρησης της ταξικής 
κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ο ιδεολογικός, νομικός και υλικός υπερεξοπλισμός του κράτους 
γύρω από ζητήματα ασφάλειας, η στρατιωτικοποίηση, η οικοδόμηση ενός καθεστώτος έκτακτης 
ανάγκης είναι η άλλη όψη της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του συστήματος των τελευταίων 
δεκαετιών, της σταδιακής εγκατάλειψης των μορφών ενσωμάτωσης και συναίνεσης του πάλαι ποτέ 
κράτους πρόνοιας και της εισαγωγής των επιθετικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών για την 
υποτίμηση της εργατικής δύναμης και τη διασφάλιση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. 
Διαδικασία που οδήγησε στην όξυνση των ταξικών-κοινωνικών αντιθέσεων και την αναβάθμιση 
της κρατικής βίας για την πειθάρχηση των φτωχότερων και των πιο καταπιεσμένων στρωμάτων. Η 
κατεύθυνση αυτή επιβεβαιώθηκε ως αναγκαιότητα για το σύστημα και επιταχύνθηκε δραματικά 
μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το 2008, όπου η αστική πολιτική πήρε 
το χαρακτήρα μιας κατεπείγουσας ολοκληρωτικής ταξικής επίθεσης, επιβάλλοντας συνθήκες 
ευρείας κοινωνικής φτωχοποίησης και εξαθλίωσης, απαξιώνοντας και καταστρέφοντας τους 
προηγούμενους όρους διαβίωσης και αναπαραγωγής των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων, 
οδηγώντας ακόμα και σε εξόντωση πληθυσμούς που για το κεφάλαιο θεωρούνται πλεονάζοντες.

Στο ταραγμένο και ρευστό περιβάλλον της κρίσης και της απροκάλυπτης αστικής πολιτικής, 
έρχεται στην επιφάνεια ο καταλυτικός ρόλος της ταξικής σύγκρουσης στο κοινωνικό γίγνεσθαι 
και την ίδια στιγμή εμφανίζονται ορμητικά νέες ανάγκες επιβίωσης, αντίστασης και 
επαναπροσδιορισμού των συνειδήσεων και των συλλογικών ταυτοτήτων μέσα στην κοινωνία. Και 
μέσα σε αυτό το περιβάλλον γίνεται απόλυτα υπολογίσιμη η επικινδυνότητα που ενέχει για το 
κράτος η διαλεκτική αλληλεπίδραση των ριζοσπαστικών πολιτικών χώρων με την έκρηξη των 
κοινωνικών αναγκών και διεργασιών.

Ανεξάρτητα λοιπόν από τις ειδικότερες κάθε φορά στοχεύσεις και ανεξάρτητα αν διώκει τους 
αγωνιστές για μορφές αγώνα που έχουν επιλέξει ή επιδίδεται στο στήσιμο σκευωριών, το 
κράτος αντιμετωπίζει συνολικά τους αναρχικούς-αντιεξουσιαστές ως επικίνδυνο πολιτικό 
υποκείμενο, κατανοώντας τη δράση, τη συμβολή, τη διαδρομή του κάθε αγωνιστή όχι μόνο ως 
ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ αντίστασης, αλλά και ως ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ αντίστασης, ως κομμάτι και στοιχείο ενός 
κινήματος. Ένα κίνημα που επιμένει να προτάσσει την καθολική αμφισβήτηση του καπιταλισμού 
και των σχέσεων εξουσίας και να διαφυλάσσει το όραμα μιας κοινωνίας ισότητας, αλληλεγγύης 
και ελευθερίας, που επιμένει να αναλαμβάνει στο βαθμό που του αναλογεί και συχνά με μεγάλο 
κόστος την αντίσταση και την εξέγερση απέναντι στην υπάρχουσα κατάσταση και να ενθαρρύνει 
τη σύνδεση και τη ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνικών αγώνων, ένα κίνημα που δεν είναι 
εντέλει παρά η ζωντανή συλλογική μνήμη, η συνέχεια και η εξέλιξη στο σήμερα των πιο 
ριζοσπαστικών και μαχητικών παραδόσεων της προλεταριακής ανταρσίας.

Ο ιδεολογικός πόλεμος, τα νομοθετικά τερατουργήματα, η αυξημένη καταστολή στους δρόμους, η 
στοχοποίηση των καταλήψεων και των κινηματικών αντιδομών, οι ωμοί αστυνομικοί ξυλοδαρμοί 
και βασανισμοί, τα κατασκευασμένα κατηγορητήρια, οι εξοντωτικές ποινές, οι ειδικές 
συνθήκες κράτησης υπήρξαν πλευρές της εντατικής προσπάθειας του κράτους όλα αυτά τα χρόνια 
να σπείρει το φόβο, την παραίτηση, τους διαχωρισμούς στις γραμμές του κινήματος και η 
οποία πράγματι συντέλεσε μαζί με άλλους παράγοντες στην κάμψη του. Αυτή η προσπάθεια δεν 
ήταν καθόλου πρόσκαιρη, αντιθέτως σήμαινε τη σταδιακή εμπέδωση μιας συνθήκης εξαίρεσης 
απέναντι στους αναρχικούς-αντιεξουσιαστές στο πλαίσιο της οικοδόμησης του καθεστώτος 
έκτακτης ανάγκης, όπου το κράτος κατοχυρώνει τη δυνατότητά του να υπερβαίνει το υφιστάμενο 
νομικό πλαίσιο δικαιωμάτων και εγγυήσεων και να ασκεί αυξημένα ποσοστά βίας απέναντι σε 
συγκεκριμένα κομμάτια χωρίς ταυτόχρονα να αίρει τη γενική κοινωνική ισχύ του πλαισίου 
αυτού και να διακυβεύει την καπιταλιστική κανονικότητα και συσσώρευση. Μέσα σε αυτή τη 
συνθήκη εύκολα καθίσταται εφικτό και κανονικό αυτό που μέχρι χθες φάνταζε αδύνατο και 
αυθαίρετο, το έχουμε αντικρύσει επανειλημμένα στις κινήσεις της καταστολής ενάντιά μας και 
το έχουμε δει να συμβαίνει ακόμα πιο ξεκάθαρα απέναντι σε πληθυσμούς μεταναστών ή πιο 
συγκυριακά απέναντι σε απεργίες κλάδων εργαζομένων ή αντιστάσεις τοπικών κοινωνιών.

Η κρατική βία έρχεται αντιμέτωπη με την αντίφασή της να πυροδοτεί απαντήσεις και 
αντανακλαστικά αλληλεγγύης, τα οποία πράγματι κατά καιρούς έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα 
ισχυρά μέσα στους αναρχικούς-αντιεξουσιαστές και έχουν χαρακτηρίσει τη διαδρομή και τη 
δράση μας. Ωστόσο οι βασικές εδώ και χρόνια πολιτικές μας αδυναμίες έχουν λειτουργήσει 
καθοριστικά και στον τρόπο που έχουμε παλέψει τις υποθέσεις καταστολής. Η έλλειψη μιας πιο 
συνεκτικής ιδεολογικοπολιτικής θεώρησης και μαζί με αυτή η αδιαφορία για τα ζητήματα της 
στρατηγικής και της οργάνωσης, αφήνουν ανοιχτό το πεδίο στον κατακερματισμό των υποθέσεων, 
τη διαχωρισμένη ανάδειξη των ειδικών τους χαρακτηριστικών, την παράβλεψη της θέσης και της 
σημασίας τους μέσα στην ολότητα του κινήματος και της ταξικής σύγκρουσης και σε έναν 
αυτοαναφορικό και διεκπεραιωτικό πρακτικισμό που δεν προοιωνίζεται κάτι άλλο παρά 
κοινωνική απομόνωση, κινηματική αποσυσπείρωση και πολιτικό τέλμα. Αν όμως λέμε ότι η 
βαθύτερη αλληλεγγύη είναι η συνέχιση του ίδιου του αγώνα, αυτό σημαίνει να διεκδικούμε 
μέσα στην κίνησή μας την υπόστασή μας ως πολιτικό υποκείμενο με κριτήρια, πολιτική γραμμή 
και στόχους και να αναγνωρίζουμε μέσα στα γεγονότα τη στρατηγική του εχθρού, τις τρέχουσες 
κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και το δικό μας ρόλο σε αυτές. Σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε το 
πρόταγμα της αλληλεγγύης όχι ως αποκομμένο ζήτημα αλλά ως βασικό εφαλτήριο της πολεμικής 
μας ενάντια στην κρατική και καπιταλιστική βαρβαρότητα και να σχεδιάζουμε τις καμπάνιες 
και τις δράσεις μας με εκείνη την επάρκεια στα περιεχόμενα που να υπηρετούν αυτή την 
πολεμική. Σημαίνει να μην ξεχνάμε ότι ο αγώνας είναι για να αλλάξουμε τον κόσμο, ότι αυτός 
ο αγώνας με όλες τις διαφοροποιήσεις στις θεωρήσεις, τις αιχμές ή τις πρακτικές στο 
εσωτερικό του είναι κοινός, ότι για αυτόν τον αγώνα πλήθος αγωνιστών βρίσκεται στις 
φυλακές και ότι το νόημα αυτού του γεγονότος πρέπει να βρίσκει τη θέση του στους δρόμους. 
Δίνοντας πνοή και δύναμη στην παρουσία, την αξιοπιστία και τα προτάγματά μας σε όλα τα 
μέτωπα της ταξικής σύγκρουσης.

Καλούμε λοιπόν σήμερα τον κόσμο του κινήματος, τον κόσμο του αγώνα να σταθεί στο πλευρό 
του Τάσου Θεοφίλου, αναγνωρίζοντας στον αγώνα για την υπόθεσή του, ένα κομμάτι του αγώνα 
ενάντια στη μιντιακή χειραγώγηση, ενάντια στην αστυνομική και δικαστική εξουσία, ενάντια 
τελικά σε ό,τι μας καταπιέζει και μας εκμεταλλεύεται.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

σύντροφοι/συντρόφισσες

--------------

Αθήνα, Νοέμβρης 2016


More information about the A-infos-gr mailing list